Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλοθυμικός

/ci.klo.θi.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την κυκλοθυμία Βικιλεξικό
  2. άνθρωπος που η ψυχική του διάθεση εναλλάσσεται ανάμεσα στη μανία και τη θλίψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυκλοθυμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Zyclothyme < κυκλο- + θυμικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοθυμικόςκυκλοθυμικήκυκλοθυμικό
Γενικήκυκλοθυμικούκυκλοθυμικήςκυκλοθυμικού
Αιτιατικήκυκλοθυμικόκυκλοθυμικήκυκλοθυμικό
Κλητικήκυκλοθυμικέκυκλοθυμικήκυκλοθυμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλοθυμικοίκυκλοθυμικέςκυκλοθυμικά
Γενικήκυκλοθυμικώνκυκλοθυμικώνκυκλοθυμικών
Αιτιατικήκυκλοθυμικούςκυκλοθυμικέςκυκλοθυμικά
Κλητικήκυκλοθυμικοίκυκλοθυμικέςκυκλοθυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →