κυκλοφορητής
•
- μηχανισμός που χρησιμοποιείται σε συστήματα κεντρικής θέρμανσης για να μεταφέρει το νερό από τον λέβητα στο υπόλοιπο σύστημα Βικιλεξικό
- κύριε διαχειριστά, μη μου πείτε πάλι ότι φταίει ο κυκλοφορητής που δεν ζεσταινόμαστε εμείς του τελευταίου πατώματος, αφού ανάψατε το καλοριφέρ μόνο δύο ώρες
Ετυμολογία
κυκλοφορητής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλοφορητής | κυκλοφορητές |
| Γενική | κυκλοφορητή | κυκλοφορητών |
| Αιτιατική | κυκλοφορητή | κυκλοφορητές |
| Κλητική | κυκλοφορητή | κυκλοφορητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →