κυκλώπειος
•
- σχετικός με τους Κύκλωπες Βικιλεξικό
- γιγαντιαίος, τεράστιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλώπειος < αρχαία ελληνική κυκλώπειος < Κύκλωψ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλώπειος | κυκλώπεια | κυκλώπειο |
| Γενική | κυκλώπειου | κυκλώπειας | κυκλώπειου |
| Αιτιατική | κυκλώπειο | κυκλώπεια | κυκλώπειο |
| Κλητική | κυκλώπειε | κυκλώπεια | κυκλώπειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυκλώπειοι | κυκλώπειες | κυκλώπεια |
| Γενική | κυκλώπειων | κυκλώπειων | κυκλώπειων |
| Αιτιατική | κυκλώπειους | κυκλώπειες | κυκλώπεια |
| Κλητική | κυκλώπειοι | κυκλώπειες | κυκλώπεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →