κυλιόμενος
•
- που κυλιέται, που γυρνάει πάνω σε ένα σταθερό επίπεδο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου επαναλαμβάνεται ή μεταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυλιόμενος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
κυλιόμενακυλιόμενεκυλιόμενεςκυλιόμενηκυλιόμενηςκυλιόμενοκυλιόμενοικυλιόμενοςκυλιόμενουκυλιόμενουςκυλιόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →