κυματάκι
•
- μικρό θαλάσσιο κύμα που η κορυφή του ασπρίζει Βικιλεξικό
- η απόληξη μικρού θαλάσσιου κυματισμού στην παραλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυματάκι < κύμα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυματάκι | κυματάκια |
| Γενική | κυματακιού | κυματακιών |
| Αιτιατική | κυματάκι | κυματάκια |
| Κλητική | κυματάκι | κυματάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →