Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυματισμός

/ci.ma.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυματίζω Βικιλεξικό
    • Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

κυματισμός < κυματίζω, κυματισ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυματισμόςκυματισμοί
Γενικήκυματισμούκυματισμών
Αιτιατικήκυματισμόκυματισμούς
Κλητικήκυματισμέκυματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →