κυματοθραύστης
•
- επιμήκης τεχνική κατασκευή μέσα στη θάλασσα από μεγάλες πέτρες, κυβόλιθους, τσιμεντόλιθους, κοντά στην ακτή ή σε λιμάνι, για την προστασία από την ορμή των κυμάτων, των θαλάσσιων ρευμάτων και των φερτών υλικών που παρασύρονται από τη θάλασσα Βικιλεξικό
- Στο «Παλαιό» λιμάνι, η θέση του οποίου συμπίπτει με του αρχαίου λιμένα, εντοπίστηκε αρχαίος κυματοθραύστης επί του οποίου σώζεται τμήμα μώλου βυζαντινών χρόνων
- μεταφορικάκαθετί που αναχαιτίζει κάποια απειλή ή κίνδυνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυματοθραύστης < κύμα + -ο- + -θραύστης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική brise-lames)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυματοθραύστης | κυματοθραύστες |
| Γενική | κυματοθραύστη | κυματοθραυστών |
| Αιτιατική | κυματοθραύστη | κυματοθραύστες |
| Κλητική | κυματοθραύστη | κυματοθραύστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →