κυνηγιάρικος
•
- συχνά για σκυλίπου είναι κατάλληλος για κυνήγι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυνηγιάρικος < κυνηγιάρ(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυνηγιάρικος | κυνηγιάρικη | κυνηγιάρικο |
| Γενική | κυνηγιάρικου | κυνηγιάρικης | κυνηγιάρικου |
| Αιτιατική | κυνηγιάρικο | κυνηγιάρικη | κυνηγιάρικο |
| Κλητική | κυνηγιάρικε | κυνηγιάρικη | κυνηγιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυνηγιάρικοι | κυνηγιάρικες | κυνηγιάρικα |
| Γενική | κυνηγιάρικων | κυνηγιάρικων | κυνηγιάρικων |
| Αιτιατική | κυνηγιάρικους | κυνηγιάρικες | κυνηγιάρικα |
| Κλητική | κυνηγιάρικοι | κυνηγιάρικες | κυνηγιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →