κυνηγιέμαι
•
- καταδιώκομαι, όταν κάποιος με κυνηγά Βικιλεξικό
- Τόσα χρόνια τώρα κυνηγιέσαι, σέ πιάσαμε. (Περικλής Ροδάκης, Οι δίκες της Χούντας 1976)
- παίζω κυνηγητό Βικιλεξικό
- Κι ακόμη μ' αρέσει να κυνηγιέμαι με τον σκύλο μας στην αυλή, να παίζω μπάλα ... (Ταχυδρόμος, τευχ. 14-17, σελ. 221)
Ετυμολογία
κυνηγιέμαι < παθητική φωνή του κυνηγάω, κυνηγώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυνηγιέμαι | κυνηγιέσαι | κυνηγιέται | κυνηγιόμαστε | κυνηγιέστε | κυνηγιούνται |
| Παρατατικός | κυνηγιόμουν / κυνηγιόμουνα | κυνηγιόσουν / κυνηγιόσουνα | κυνηγιόταν / κυνηγιότανε | κυνηγιόμασταν / κυνηγιόμαστε | κυνηγιόσασταν / κυνηγιόσαστε | κυνηγιούνταν / κυνηγιόνταν / κυνηγιόντανε / κυνηγιόντουσαν |
| Αόριστος | κυνηγήθηκα | κυνηγήθηκες | κυνηγήθηκε | κυνηγηθήκαμε | κυνηγηθήκατε | κυνηγήθηκαν / κυνηγηθήκαν / κυνηγηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κυνηγηθώ / θα κυνηγιέμαι | θα κυνηγηθείς / θα κυνηγιέσαι | θα κυνηγηθεί / θα κυνηγιέται | θα κυνηγηθούμε / θα κυνηγιόμαστε | θα κυνηγηθείτε / θα κυνηγιέστε | θα κυνηγηθούν / θα κυνηγηθούνε / θα κυνηγιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κυνηγηθεί | έχεις κυνηγηθεί | έχει κυνηγηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυνηγηθεί | είχες κυνηγηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυνηγηθεί / να κυνηγηθώ / να κυνηγιέμαι | να έχεις κυνηγηθεί / να κυνηγηθείς / να κυνηγιέσαι | να έχει κυνηγηθεί / να κυνηγηθεί / να κυνηγιέται | να κυνηγηθούμε / να κυνηγιόμαστε | να κυνηγηθείτε / να κυνηγιέστε | να κυνηγηθούν / να κυνηγηθούνε / να κυνηγιούνται |
| Προστακτική | — | κυνηγήσου | — | — | κυνηγηθείτε / κυνηγιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →