κυνηγότοπος
•
- τόπος όπου κάποιος μπορεί να βρει άφθονο κυνήγι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυνηγότοπος < κυνήγ(ι) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυνηγότοπος | κυνηγότοποι |
| Γενική | κυνηγότοπου | κυνηγότοπων |
| Αιτιατική | κυνηγότοπο | κυνηγότοπους |
| Κλητική | κυνηγότοπε | κυνηγότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →