κυνόδοντας
•
- ανατομίατο τρίτο από τη μέση δόντι στην ανθρώπινη οδοντοστοιχία, αυτό που βρίσκεται μεταξύ των τομέων στο κέντρο του στόματος και των προγομφίων· είναι μεγαλύτερο σε ύψος από τα άλλα δόντια και αιχμηρό στην άκρη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυνόδοντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυνόδους < κυν- (< κύων) + οδοντ- (< ὀδούς) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυνόδοντας | κυνόδοντες |
| Γενική | κυνόδοντα | κυνοδόντων |
| Αιτιατική | κυνόδοντα | κυνόδοντες |
| Κλητική | κυνόδοντα | κυνόδοντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →