κυπαρισσένιος
•
- φτιαγμένος από κυπαρίσσι Βικιλεξικό
- ψηλός και λυγερός, με εμφάνιση που θυμίζει κυπαρίσσι Βικιλεξικό
- Ήτανε ωραίο κορίτσι, ψηλόλιγνο, κυπαρισσένιο. (Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου Το ξαναγέννημα στη ζωή [διήγημα])
Ετυμολογία
κυπαρισσένιος < κυπαρίσσι + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυπαρισσένιος | κυπαρισσένια | κυπαρισσένιο |
| Γενική | κυπαρισσένιου | κυπαρισσένιας | κυπαρισσένιου |
| Αιτιατική | κυπαρισσένιο | κυπαρισσένια | κυπαρισσένιο |
| Κλητική | κυπαρισσένιε | κυπαρισσένια | κυπαρισσένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυπαρισσένιοι | κυπαρισσένιες | κυπαρισσένια |
| Γενική | κυπαρισσένιων | κυπαρισσένιων | κυπαρισσένιων |
| Αιτιατική | κυπαρισσένιους | κυπαρισσένιες | κυπαρισσένια |
| Κλητική | κυπαρισσένιοι | κυπαρισσένιες | κυπαρισσένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →