Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυπαρισσώνας

/ci.pa.ɾiˈso.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. έκταση γης με κυρίαρχο δέντρο το κυπαρίσσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυπαρισσώνας < ελληνιστική κοινή κῠπᾰρισσών < αρχαία ελληνική κῠπᾰ́ρισσος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυπαρισσώναςκυπαρισσώνες
Γενικήκυπαρισσώνακυπαρισσώνων
Αιτιατικήκυπαρισσώνακυπαρισσώνες
Κλητικήκυπαρισσώνακυπαρισσώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →