κυπατζής
•
- στρατιωτικός ή πολιτικός υπάλληλος, η συνεργάτης στην κρατική υπηρεσία πληροφοριών, Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυπατζής < ΚΥΠ + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυπατζής | κυπατζήδες |
| Γενική | κυπατζή | κυπατζήδων |
| Αιτιατική | κυπατζή | κυπατζήδες |
| Κλητική | κυπατζή | κυπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →