Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυπελλούχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει κατακτήσει το κύπελλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυπελλούχος < κύπελλο + -ούχος (<έχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυπελλούχα / κυπελλούχος / κυπελλούχοκυπελλούχες / κυπελλούχοι / κυπελλούχα
Γενικήκυπελλούχας / κυπελλούχου / κυπελλούχουκυπελλούχων / κυπελλούχων / κυπελλούχων
Αιτιατικήκυπελλούχα / κυπελλούχο / κυπελλούχοκυπελλούχες / κυπελλούχους / κυπελλούχα
Κλητικήκυπελλούχα / κυπελλούχε / κυπελλούχοκυπελλούχες / κυπελλούχοι / κυπελλούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κυπελλούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κατακτήσει το κύπελλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυπελλούχος < κύπελλο + -ούχος (<έχω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυπελλούχοςκυπελλούχακυπελλούχο
Γενικήκυπελλούχουκυπελλούχαςκυπελλούχου
Αιτιατικήκυπελλούχοκυπελλούχακυπελλούχο
Κλητικήκυπελλούχεκυπελλούχακυπελλούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυπελλούχοικυπελλούχεςκυπελλούχα
Γενικήκυπελλούχωνκυπελλούχωνκυπελλούχων
Αιτιατικήκυπελλούχουςκυπελλούχεςκυπελλούχα
Κλητικήκυπελλούχοικυπελλούχεςκυπελλούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →