Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυπριακό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήτο ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος Βικιλεξικό
    • Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)
  2. κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε δύσκολο ή/και χρονίζον πρόβλημα ή ζήτημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυπριακό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κυπριακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυπριακό—
Γενικήκυπριακού—
Αιτιατικήκυπριακό—
Κλητικήκυπριακό—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →