κυρία
•
- ενήλικη γυναίκα Βικιλεξικό
- Τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν.
- λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα Βικιλεξικό
- η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου
- Η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της, τη Δήμητρα, κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά.
- συντομογραφία: κ., συχνά στην αλληλογραφία: Κα
- γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια Βικιλεξικό
- μια πραγματική κυρία
- έτσι αποκαλείται, από τους μαθητές της, μια δασκάλα ή καθηγήτρια Βικιλεξικό
- Η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο.
- Κυρία! κυρία! Να πάω έξω;
- συχνά με κεφαλαίοτιμητικά, ή σε όρους για την Παναγία Βικιλεξικό
- Κυρία των Αγγέλων (η Παναγία)
- παλιότερα στην αλληλογραφία: Κα
- αργκόκακοποιός που δε μιλάει στις αρχές για τους συναδέλφους του (σαν κυρία με πρέπουσα συμπεριφορά) Βικιλεξικό
- Βαγγέλης Παπάζογλου, Κάτω στα Λεμονάδικα [ρεμπέτικο τραγούδι], 1η στροφή
Ετυμολογία
κυρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κυρία (οικοδέσποινα), θηλυκό του κύριος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική madame ή από την ιταλική signora.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυρία | κυρίες |
| Γενική | κυρίας | κυριών |
| Αιτιατική | κυρία | κυρίες |
| Κλητική | κυρία | κυρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →