κυρίως
•
- κύριος, βασικός Βικιλεξικό
- το κυρίως ενδιαφέρον, ο κυρίως χώρος, η κυρίως εργασία
- Ωραία ήταν τα μεζεδάκια. Ας περάσουμε τώρα και στο κυρίως πιάτο.
Ετυμολογία
κυρίως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυρίως. Μορφολογικά αναλύεται σε κύρι(ος) + -ως. : Και επιθετικοποιημένο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →