Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυρατζής

/ci.ɾaˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαάλλη γραφή του κιρατζής Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: κυραντζής

Ετυμολογία

κυρατζής < κιρατζής με ύψιλον από παρετυμολόγηση προς το κύριος / κύρης -τζής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυρατζήςκυρατζήδες
Γενικήκυρατζήκυρατζήδων
Αιτιατικήκυρατζήκυρατζήδες
Κλητικήκυρατζήκυρατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →