κυριακό
•
- θρησκείαναός σε κεντρικό σημείο του μοναστηριού ή του μοναστηριακού συγκροτήματος, στον οποίο συγκεντρώνονται οι μοναχοί για την κυριακάτικη Θεία Λειτουργία (ή και σε άλλες ακολουθίες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυριακό < Κυριακή + -ό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυριακό | κυριακά |
| Γενική | κυριακού | κυριακών |
| Αιτιατική | κυριακό | κυριακά |
| Κλητική | κυριακό | κυριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →