κυριαρχώ
•
- γίνομαι κύριος και εξουσιαστής επάνω σε κάτι, το ελέγχω απόλυτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυριαρχώ < κυρίαρχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυριαρχώ | κυριαρχείς | κυριαρχεί | κυριαρχούμε | κυριαρχείτε | κυριαρχούν / κυριαρχούνε |
| Παρατατικός | κυριαρχούσα | κυριαρχούσες | κυριαρχούσε | κυριαρχούσαμε | κυριαρχούσατε | κυριαρχούσαν / κυριαρχούσανε |
| Αόριστος | κυριάρχησα | κυριάρχησες | κυριάρχησε | κυριαρχήσαμε | κυριαρχήσατε | κυριάρχησαν / κυριαρχήσαν / κυριαρχήσανε |
| Μέλλοντας | θα κυριαρχήσω / θα κυριαρχώ | θα κυριαρχήσεις / θα κυριαρχείς | θα κυριαρχήσει / θα κυριαρχεί | θα κυριαρχήσουμε / θα κυριαρχούμε | θα κυριαρχήσετε / θα κυριαρχείτε | θα κυριαρχήσουν / θα κυριαρχήσουνε / θα κυριαρχούν / θα κυριαρχούνε |
| Παρακείμενος | έχω κυριαρχήσει | έχεις κυριαρχήσει | έχει κυριαρχήσει | έχουμε κυριαρχήσει | έχετε κυριαρχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυριαρχήσει | είχες κυριαρχήσει | είχε κυριαρχήσει | είχαμε κυριαρχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυριαρχήσει / να κυριαρχήσω / να κυριαρχώ | να έχεις κυριαρχήσει / να κυριαρχήσεις / να κυριαρχείς | να έχει κυριαρχήσει / να κυριαρχήσει / να κυριαρχεί | να έχουμε κυριαρχήσει / να κυριαρχήσουμε / να κυριαρχούμε | να έχετε κυριαρχήσει / να κυριαρχήσετε / να κυριαρχείτε | να κυριαρχήσουν / να κυριαρχήσουνε / να κυριαρχούν / να κυριαρχούνε |
| Προστακτική | — | κυριάρχει / κυριάρχησε | — | — | κυριαρχήστε / κυριαρχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →