κυριούλης
•
- χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άντρα που δείχνει συμπάθεια ή λύπηση Βικιλεξικό
- είμαστε μετά τον κυριούλη που κρατάει την άσπρη τσάντα
Ετυμολογία
κυριούλης < κύρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυριούλης | κυριούληδες |
| Γενική | κυριούλη | κυριούληδων |
| Αιτιατική | κυριούλη | κυριούληδες |
| Κλητική | κυριούλη | κυριούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →