Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυριούλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άντρα που δείχνει συμπάθεια ή λύπηση Βικιλεξικό
    • είμαστε μετά τον κυριούλη που κρατάει την άσπρη τσάντα

Ετυμολογία

κυριούλης < κύρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυριούληςκυριούληδες
Γενικήκυριούληκυριούληδων
Αιτιατικήκυριούληκυριούληδες
Κλητικήκυριούληκυριούληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →