κυρτότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι κυρτό(ς), ή ιδιότητα του κυρτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυρτότητα < αρχαία ελληνική κυρτότης < κυρτός + -ότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυρτότητα | κυρτότητες |
| Γενική | κυρτότητας | κυρτοτήτων |
| Αιτιατική | κυρτότητα | κυρτότητες |
| Κλητική | κυρτότητα | κυρτότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →