κυρτώνω
•
- κάνω κάτι να έχει σχήμα κυρτό Βικιλεξικό
- για κάποιο αντικείμενολαμβάνω σχήμα κυρτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυρτώνω < αρχαία ελληνική κυρτόω / κυρτῶ < κυρτός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κυρτώνω | κυρτώνεις | κυρτώνει | κυρτώνουμε | κυρτώνετε | κυρτώνουν / κυρτώνουνε |
| Παρατατικός | κύρτωνα | κύρτωνες | κύρτωνε | κυρτώναμε | κυρτώνατε | κυρτώναν / κυρτώνανε / κύρτωναν |
| Αόριστος | κύρτωσα | κύρτωσες | κύρτωσε | κυρτώσαμε | κυρτώσατε | κυρτώσαν / κυρτώσανε / κύρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα κυρτώνω / θα κυρτώσω | θα κυρτώνεις / θα κυρτώσεις | θα κυρτώνει / θα κυρτώσει | θα κυρτώνουμε / θα κυρτώσουμε | θα κυρτώνετε / θα κυρτώσετε | θα κυρτώνουν / θα κυρτώνουνε / θα κυρτώσουν / θα κυρτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κυρτώσει | έχεις κυρτώσει | έχει κυρτώσει | έχουμε κυρτώσει | έχετε κυρτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κυρτώσει | είχες κυρτώσει | είχε κυρτώσει | είχαμε κυρτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κυρτώσει / να κυρτώνω / να κυρτώσω | να έχεις κυρτώσει / να κυρτώνεις / να κυρτώσεις | να έχει κυρτώσει / να κυρτώνει / να κυρτώσει | να έχουμε κυρτώσει / να κυρτώνουμε / να κυρτώσουμε | να έχετε κυρτώσει / να κυρτώνετε / να κυρτώσετε | να κυρτώνουν / να κυρτώνουνε / να κυρτώσουν / να κυρτώσουνε |
| Προστακτική | — | κύρτωνε / κύρτωσε | — | — | κυρτώνετε / κυρτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →