Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυστεογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ειδική εξέταση της ουροδόχου κύστεως και γενικά του ουροποιητικού είτε με ακτίνες Χ (ακτινοσκόπηση) είτε με μαγνητική τομογραφία, χορηγώντας συνήθως στον εξεταζόμενο πριν από την εξέταση σκιαγραφικό υλικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυστεογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cystographie ή αγγλική cystography< από τις ελληνικές λέξεις κύστη και γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε κύστε(ος) + -ο- + -γραφία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυστεογραφίακυστεογραφίες
Γενικήκυστεογραφίαςκυστεογραφιών
Αιτιατικήκυστεογραφίακυστεογραφίες
Κλητικήκυστεογραφίακυστεογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →