κυστεοκήλη
•
- ιατρικήη χαλάρωση του πρόσθιου τοιχώματος του γυναικείου κόλπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυστεοκήλη < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυστεοκήλη | κυστεοκήλες |
| Γενική | κυστεοκήλης | — |
| Αιτιατική | κυστεοκήλη | κυστεοκήλες |
| Κλητική | κυστεοκήλη | κυστεοκήλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →