Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυστεοκολπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την (ουροδόχο) κύστη και τον κόλπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυστεοκολπικός < κύστη + -ο- + κολπικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική vesicovaginal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυστεοκολπικόςκυστεοκολπικήκυστεοκολπικό
Γενικήκυστεοκολπικούκυστεοκολπικήςκυστεοκολπικού
Αιτιατικήκυστεοκολπικόκυστεοκολπικήκυστεοκολπικό
Κλητικήκυστεοκολπικέκυστεοκολπικήκυστεοκολπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυστεοκολπικοίκυστεοκολπικέςκυστεοκολπικά
Γενικήκυστεοκολπικώνκυστεοκολπικώνκυστεοκολπικών
Αιτιατικήκυστεοκολπικούςκυστεοκολπικέςκυστεοκολπικά
Κλητικήκυστεοκολπικοίκυστεοκολπικέςκυστεοκολπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →