Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυτταρογενετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με την κυτταρογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυτταρογενετικός < κυτταρογένεση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυτταρογενετικόςκυτταρογενετικήκυτταρογενετικό
Γενικήκυτταρογενετικούκυτταρογενετικήςκυτταρογενετικού
Αιτιατικήκυτταρογενετικόκυτταρογενετικήκυτταρογενετικό
Κλητικήκυτταρογενετικέκυτταρογενετικήκυτταρογενετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυτταρογενετικοίκυτταρογενετικέςκυτταρογενετικά
Γενικήκυτταρογενετικώνκυτταρογενετικώνκυτταρογενετικών
Αιτιατικήκυτταρογενετικούςκυτταρογενετικέςκυτταρογενετικά
Κλητικήκυτταρογενετικοίκυτταρογενετικέςκυτταρογενετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →