κυτταρολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με κυτταρολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυτταρολογικός < κυτταρολογ(ία) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυτταρολογικός | κυτταρολογική | κυτταρολογικό |
| Γενική | κυτταρολογικού | κυτταρολογικής | κυτταρολογικού |
| Αιτιατική | κυτταρολογικό | κυτταρολογική | κυτταρολογικό |
| Κλητική | κυτταρολογικέ | κυτταρολογική | κυτταρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυτταρολογικοί | κυτταρολογικές | κυτταρολογικά |
| Γενική | κυτταρολογικών | κυτταρολογικών | κυτταρολογικών |
| Αιτιατική | κυτταρολογικούς | κυτταρολογικές | κυτταρολογικά |
| Κλητική | κυτταρολογικοί | κυτταρολογικές | κυτταρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →