κυφοπλαστική
•
- ιατρικήμικροεπεμβατική μέθοδος για την αντιμετώπιση της κύφωσης ή καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυφοπλαστική < κυφός + -ο- + πλαστική ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική kyphoplasty)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυφοπλαστική | κυφοπλαστικές |
| Γενική | κυφοπλαστικής | κυφοπλαστικών |
| Αιτιατική | κυφοπλαστική | κυφοπλαστικές |
| Κλητική | κυφοπλαστική | κυφοπλαστικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →