Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυφωτικός

/ci.fo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κύφωση / κυφότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • κυφωτική δυσμορφία

Ετυμολογία

κυφωτικός < κύφω(σις) + -τικός → δείτε το αρχαίο κυφός και κυφόνωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυφωτικόςκυφωτικήκυφωτικό
Γενικήκυφωτικούκυφωτικήςκυφωτικού
Αιτιατικήκυφωτικόκυφωτικήκυφωτικό
Κλητικήκυφωτικέκυφωτικήκυφωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυφωτικοίκυφωτικέςκυφωτικά
Γενικήκυφωτικώνκυφωτικώνκυφωτικών
Αιτιατικήκυφωτικούςκυφωτικέςκυφωτικά
Κλητικήκυφωτικοίκυφωτικέςκυφωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →