κυφωτικός
•
- που έχει σχέση με κύφωση / κυφότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- κυφωτική δυσμορφία
Ετυμολογία
κυφωτικός < κύφω(σις) + -τικός → δείτε το αρχαίο κυφός και κυφόνωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυφωτικός | κυφωτική | κυφωτικό |
| Γενική | κυφωτικού | κυφωτικής | κυφωτικού |
| Αιτιατική | κυφωτικό | κυφωτική | κυφωτικό |
| Κλητική | κυφωτικέ | κυφωτική | κυφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυφωτικοί | κυφωτικές | κυφωτικά |
| Γενική | κυφωτικών | κυφωτικών | κυφωτικών |
| Αιτιατική | κυφωτικούς | κυφωτικές | κυφωτικά |
| Κλητική | κυφωτικοί | κυφωτικές | κυφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →