κυψελίδα
•
- το «κερί» που εκκρίνεται από αδένες του αφτιού Βικιλεξικό
- ανατομίαμικροσκοπικός πνευμονικός αερόσακος Βικιλεξικό
- μικροσκοπικός ασκός που εισάγει οξυγόνο στο αίμα (σε τριχοειδή αγγεία) ενώ αφαιρεί (από το αίμα) το διοξείδιο του άνθρακα
- ονομασία πολύ μικρών πολυάριθμων κοίλων πνευμονικών οργανιδίων
Ετυμολογία
κυψελίδα < ελληνιστική κοινή κυψελίς (1η σημασία) αρχαία ελληνική κυψελίς (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cellule)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυψελίδα | κυψελίδες |
| Γενική | κυψελίδας | κυψελίδων |
| Αιτιατική | κυψελίδα | κυψελίδες |
| Κλητική | κυψελίδα | κυψελίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →