κωδίκελλος
•
- τροποποιητικό συνθήκης Βικιλεξικό
- έγγραφο που περιείχε την τελευταία βούληση ενός ανθρώπου για τη συμπλήρωση ή τροποποίηση της διαθήκης του. Ο κωδίκελλος δεν περιείχε διορισμό κληρονόμου, αλλαγή κληρονόμου ή αποκλήρωση. Βικιλεξικό
- «Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του του δημοσίου ή υπέρ κοινοφελούς σκοπού», άρθρο 109 § 1 Σ.
Ετυμολογία
κωδίκελλος < ελληνιστική κοινή κωδίκελλος / κωδίκιλλος < λατινική codicillus < codex
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδίκελλος | κωδίκελλοι |
| Γενική | κωδίκελλου / κωδικέλλου | κωδίκελλων / κωδικέλλων |
| Αιτιατική | κωδίκελλο | κωδίκελλους / κωδικέλλους |
| Κλητική | κωδίκελλε | κωδίκελλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →