κωδεΐνη
•
- ναρκωτική ουσία, παράγωγο του οπίου, που ανήκει στα αλκαλοειδή· χρησιμοποιείται και ως αναλγητικό, υπνωτικό και αντιβηχικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωδεΐνη < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδεΐνη | κωδεΐνες |
| Γενική | κωδεΐνης | κωδεϊνών |
| Αιτιατική | κωδεΐνη | κωδεΐνες |
| Κλητική | κωδεΐνη | κωδεΐνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →