κωδικογραφικός
•
- που έχει σχέση με κωδικογράφο ή κωδικογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωδικογραφικός < κωδικογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδικογραφικός | κωδικογραφική | κωδικογραφικό |
| Γενική | κωδικογραφικού | κωδικογραφικής | κωδικογραφικού |
| Αιτιατική | κωδικογραφικό | κωδικογραφική | κωδικογραφικό |
| Κλητική | κωδικογραφικέ | κωδικογραφική | κωδικογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδικογραφικοί | κωδικογραφικές | κωδικογραφικά |
| Γενική | κωδικογραφικών | κωδικογραφικών | κωδικογραφικών |
| Αιτιατική | κωδικογραφικούς | κωδικογραφικές | κωδικογραφικά |
| Κλητική | κωδικογραφικοί | κωδικογραφικές | κωδικογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →