Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωδικογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κωδικογράφο ή κωδικογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωδικογραφικός < κωδικογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωδικογραφικόςκωδικογραφικήκωδικογραφικό
Γενικήκωδικογραφικούκωδικογραφικήςκωδικογραφικού
Αιτιατικήκωδικογραφικόκωδικογραφικήκωδικογραφικό
Κλητικήκωδικογραφικέκωδικογραφικήκωδικογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωδικογραφικοίκωδικογραφικέςκωδικογραφικά
Γενικήκωδικογραφικώνκωδικογραφικώνκωδικογραφικών
Αιτιατικήκωδικογραφικούςκωδικογραφικέςκωδικογραφικά
Κλητικήκωδικογραφικοίκωδικογραφικέςκωδικογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →