κωδικοποίηση
•
- το αποτέλεσμα και η ενέργεια του κωδικοποιώ, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο ταξινομημένα (με την έννοια της τακτοποίησης και της κατηγοριοποίησης) Βικιλεξικό
- κωδικοποίηση νομοθεσίας
- ολογραφική κωδίκευση/κωδικοποίηση: το να συμπτυχθούν όλα τα χωροχρονικά συστατικά (του χώρου και του χρόνου) των συντεταγμένων (γεγονότος-σωματιδίου) σε έναν αριθμό
- η μετατροπή κάποιων στοιχείων ή η αντιστοίχισή τους (με αριθμούς, σύμβολα κ.λπ.) με τρόπο ώστε αυτά να μπορούν να μεταδοθούν, να μεταφερθούν σε άλλα μέσα ανάγνωσης και ερμηνείας Βικιλεξικό
- κωδικοποίηση σημάτων Μορς, κωδικοποίηση γλώσσας υπολογιστών
- η μετατροπή ή αντιστοίχιση κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι ταξινομημένα με τρόπο ακατάληπτο σε όποιον δεν γνωρίζει τον κώδικα που χρησιμοποιείται, η κρυπτογράφηση Βικιλεξικό
- πληροφορικήβλ. κωδικοποίηση χαρακτήρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωδικοποίηση < κωδικοποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδικοποίηση | κωδικοποιήσεις |
| Γενική | κωδικοποίησης | κωδικοποιήσεων |
| Αιτιατική | κωδικοποίηση | κωδικοποιήσεις |
| Κλητική | κωδικοποίηση | κωδικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →