Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωδικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα και η ενέργεια του κωδικοποιώ, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο ταξινομημένα (με την έννοια της τακτοποίησης και της κατηγοριοποίησης) Βικιλεξικό
    • κωδικοποίηση νομοθεσίας
    • ολογραφική κωδίκευση/κωδικοποίηση: το να συμπτυχθούν όλα τα χωροχρονικά συστατικά (του χώρου και του χρόνου) των συντεταγμένων (γεγονότος-σωματιδίου) σε έναν αριθμό
  2. η μετατροπή κάποιων στοιχείων ή η αντιστοίχισή τους (με αριθμούς, σύμβολα κ.λπ.) με τρόπο ώστε αυτά να μπορούν να μεταδοθούν, να μεταφερθούν σε άλλα μέσα ανάγνωσης και ερμηνείας Βικιλεξικό
    • κωδικοποίηση σημάτων Μορς, κωδικοποίηση γλώσσας υπολογιστών
  3. η μετατροπή ή αντιστοίχιση κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι ταξινομημένα με τρόπο ακατάληπτο σε όποιον δεν γνωρίζει τον κώδικα που χρησιμοποιείται, η κρυπτογράφηση Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήβλ. κωδικοποίηση χαρακτήρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωδικοποίηση < κωδικοποιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωδικοποίησηκωδικοποιήσεις
Γενικήκωδικοποίησηςκωδικοποιήσεων
Αιτιατικήκωδικοποίησηκωδικοποιήσεις
Κλητικήκωδικοποίησηκωδικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →