κωδωνίσκος
•
- λόγιοτο κουδουνάκι Βικιλεξικό
- βοτανικήείδος φυτών, η καμπανούλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωδωνίσκος < κώδων + -ίσκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωδωνίσκος | κωδωνίσκοι |
| Γενική | κωδωνίσκου | κωδωνίσκων |
| Αιτιατική | κωδωνίσκο | κωδωνίσκους |
| Κλητική | κωδωνίσκο | κωδωνίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →