Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλάδικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αργκότο νυχτερινό κέντρο όπου παίζουν μπουζούκια για τον καλό κόσμο Βικιλεξικό
    • Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
  2. αργκόμπαρ ή άλλο νυχτερινό κέντρο με γυναίκες ή άντρες που προσφέρουν τη συντροφιά τους με πληρωμή Βικιλεξικό
  3. μειωτικότο αχούρι Βικιλεξικό
    • άνοιξε κάνα παράθυρο να ξεβρομίσει, στρώσε το κρεβάτι σου και καθάρισε! Κωλάδικο το έκανες εδώ μέσα!

Ετυμολογία

κωλάδικο < κώλ(ος) + -άδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλάδικοκωλάδικα
Γενικήκωλάδικουκωλάδικων
Αιτιατικήκωλάδικοκωλάδικα
Κλητικήκωλάδικοκωλάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →