κωλάδικο
•
- αργκότο νυχτερινό κέντρο όπου παίζουν μπουζούκια για τον καλό κόσμο Βικιλεξικό
- Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
- αργκόμπαρ ή άλλο νυχτερινό κέντρο με γυναίκες ή άντρες που προσφέρουν τη συντροφιά τους με πληρωμή Βικιλεξικό
- μειωτικότο αχούρι Βικιλεξικό
- άνοιξε κάνα παράθυρο να ξεβρομίσει, στρώσε το κρεβάτι σου και καθάρισε! Κωλάδικο το έκανες εδώ μέσα!
Ετυμολογία
κωλάδικο < κώλ(ος) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλάδικο | κωλάδικα |
| Γενική | κωλάδικου | κωλάδικων |
| Αιτιατική | κωλάδικο | κωλάδικα |
| Κλητική | κωλάδικο | κωλάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →