κωλαράκος
•
- υποκοριστικό του κώλος Βικιλεξικό
- Τα θέλει ο κωλαράκος σου...
- μικρός κώλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλαράκος < κώλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλαράκος | κωλαράκοι |
| Γενική | κωλαράκου | κωλαράκων |
| Αιτιατική | κωλαράκο | κωλαράκους |
| Κλητική | κωλαράκο | κωλαράκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →