Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλοβάρδουλα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υβριστικόκυριολεκτικά, η περιφέρεια της κωλοτρυπίδας (σε ομοιότητα του ζαρωμένου δέρματος στα βάρδουλα των παπουτσιών) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, γενικά η κωλοτρυπίδα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο κώλος Βικιλεξικό
    • Η ιδιόρρυθμη ομιλία της - το χαρμάνι αρχαιοπρεπών και πρόστυχων εκφράσεων που χρησιμοποιούσε σε κάθε δεύτερη σχεδόν κουβέντα της; «...Δοθέντος του υγρού κλίματος, θα μας σκίσουν το θέρος τα κωλοβάρδουλα οι κώνωπες...» (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
    • Ας τους αλλάξει τα κωλοβάρδουλα στις μηνύσεις να στρώσουν επιδερμίδα. (από συζήτηση στο Facebook, ανακτήθηκε 4/1/2026)

Ετυμολογία

κωλοβάρδουλα < κωλο- + βάρδουλο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →