Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλοβαράω

ρήμα
•
  1. τεμπελιάζω, είμαι αδρανής Βικιλεξικό
    • Έχει τόσες δουλειές να τελειώσει και αυτός κωλοβαράει όλη μέρα
  2. αναβάλλω, καθυστερώ, κωλυσιεργώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωλοβαράω < κωλο- + βαράω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκωλοβαράω / κωλοβαρώκωλοβαράςκωλοβαρά / κωλοβαράεικωλοβαράμε / κωλοβαρούμεκωλοβαράτεκωλοβαράν / κωλοβαράνε / κωλοβαρούν / κωλοβαρούνε
Παρατατικόςκωλοβαρούσακωλοβαρούσεςκωλοβαρούσεκωλοβαρούσαμεκωλοβαρούσατεκωλοβαρούσαν / κωλοβαρούσανε
Αόριστοςκωλοβάρεσακωλοβάρεσεςκωλοβάρεσεκωλοβαρέσαμεκωλοβαρέσατεκωλοβάρεσαν / κωλοβαρέσαν / κωλοβαρέσανε
Μέλλονταςθα κωλοβαράω / θα κωλοβαρέσω / θα κωλοβαρώθα κωλοβαράς / θα κωλοβαρέσειςθα κωλοβαρά / θα κωλοβαράει / θα κωλοβαρέσειθα κωλοβαράμε / θα κωλοβαρέσουμε / θα κωλοβαρούμεθα κωλοβαράτε / θα κωλοβαρέσετεθα κωλοβαράν / θα κωλοβαράνε / θα κωλοβαρέσουν / θα κωλοβαρέσουνε / θα κωλοβαρούν / θα κωλοβαρούνε
Παρακείμενοςέχω κωλοβαρέσειέχεις κωλοβαρέσει————
Υπερσυντέλικοςείχα κωλοβαρέσει—————
Υποτακτικήνα έχω κωλοβαρέσει / να κωλοβαράω / να κωλοβαρέσω / να κωλοβαρώνα έχεις κωλοβαρέσει / να κωλοβαράς / να κωλοβαρέσειςνα κωλοβαρά / να κωλοβαράει / να κωλοβαρέσεινα κωλοβαράμε / να κωλοβαρέσουμε / να κωλοβαρούμενα κωλοβαράτε / να κωλοβαρέσετενα κωλοβαράν / να κωλοβαράνε / να κωλοβαρέσουν / να κωλοβαρέσουνε / να κωλοβαρούν / να κωλοβαρούνε
Προστακτική—κωλοβάρα / κωλοβάραγε / κωλοβάρεσε——κωλοβαράτε / κωλοβαρέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →