κωλοτρίβομαι
•
- προκαλώ Βικιλεξικό
- Όλο με μεγαλύτερούς της τρέχει και κωλοτρίβεται. Μέχρι την περασμένη βδομάδα τα' χε με τον Νάσο. Τώρα τα 'φτειαξε με τον κολλητό του τον Τζίμη (Ο τελευταίος κύκνος, Στέφανος Δάνδολος, 2009 https://books.google.gr/books?id=6BB2BQAAQBAJ&lpg=PT36&dq=%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&pg=PT36#v=onepage&q=%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&f=false)
- πλησιάζω υστερόβουλα Βικιλεξικό
- Του αρκούσε η εκτίμηση των συναδέλφων του, να κωλοτρίβεται με τους προϊσταμένους και να πετά καμιά φορά με το εταιρικό τζετ. (Ο ανδαλουσιανός φίλος, Alexander Soderberg, 2013 https://books.google.gr/books?id=lTZ0CAAAQBAJ&lpg=PT112&dq=%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&pg=PT112#v=onepage&q=%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&f=false)
Ετυμολογία
κωλοτρίβομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →