κωλοφαρδία
•
- μεγάλη τύχη στην χαρτοπαιξία, στα ζάρια, στα τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό
- γενικότερακαλοτυχία (γενικά στην ζωή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλοφαρδία < Συγχρονικά αναλύεται σε κωλόφαρδ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε κωλο- + φαρδ(ύς) + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλοφαρδία | κωλοφαρδίες |
| Γενική | κωλοφαρδίας | κωλοφαρδιών |
| Αιτιατική | κωλοφαρδία | κωλοφαρδίες |
| Κλητική | κωλοφαρδία | κωλοφαρδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →