Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλοφαρδία

/ko.lo.faɾˈði.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλη τύχη στην χαρτοπαιξία, στα ζάρια, στα τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό
  2. γενικότερακαλοτυχία (γενικά στην ζωή) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωλοφαρδία < Συγχρονικά αναλύεται σε κωλόφαρδ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε κωλο- + φαρδ(ύς) + -ία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλοφαρδίακωλοφαρδίες
Γενικήκωλοφαρδίαςκωλοφαρδιών
Αιτιατικήκωλοφαρδίακωλοφαρδίες
Κλητικήκωλοφαρδίακωλοφαρδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →