Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλοφωτιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομοη πυγολαμπίδα Βικιλεξικό
    • το σούρουπο ο κήπος λαμπυρίζει από τις κωλοφωτιές

Ετυμολογία

κωλοφωτιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κωλοφωτία με συνίζηση. Συγχρονικά αναλύεται σε κωλο- + φωτιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλοφωτιάκωλοφωτιές
Γενικήκωλοφωτιάςκωλοφωτιών
Αιτιατικήκωλοφωτιάκωλοφωτιές
Κλητικήκωλοφωτιάκωλοφωτιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →