κωλυσιεργία
•
- η ενέργεια του κωλυσιεργώ, η διαρκής παρεμβολή ή επίκληση εμποδίων, πραγματικών ή τεχνητών, σε μια διαδικασία με σκοπό αυτή να καθυστερήσει ή να μην ολοκληρωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλυσιεργία < κωλύω + έργο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλυσιεργία | κωλυσιεργίες |
| Γενική | κωλυσιεργίας | κωλυσιεργιών |
| Αιτιατική | κωλυσιεργία | κωλυσιεργίες |
| Κλητική | κωλυσιεργία | κωλυσιεργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →