Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλυόμενος

/ko.liˈo.me.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που κωλύεται, που παρεμποδίζεται να κάνει κάτι λόγω συνθηκών Βικιλεξικό
    • — Πού είν' ο Παπαδόπουλος; — Είναι κωλυόμενος, κυρ-λοχαγέ. Είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Ετυμολογία

κωλυόμενος: μετοχή ενεστώτα του ρήματος κωλύομαι· μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κωλύω

Άλλοι τύποι

κωλυόμενακωλυόμενεκωλυόμενεςκωλυόμενηκωλυόμενηςκωλυόμενοκωλυόμενοικωλυόμενοςκωλυόμενουκωλυόμενουςκωλυόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →