κωλυόμενος
•
- που κωλύεται, που παρεμποδίζεται να κάνει κάτι λόγω συνθηκών Βικιλεξικό
- — Πού είν' ο Παπαδόπουλος; — Είναι κωλυόμενος, κυρ-λοχαγέ. Είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία.
Ετυμολογία
κωλυόμενος: μετοχή ενεστώτα του ρήματος κωλύομαι· μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κωλύω
Άλλοι τύποι
κωλυόμενακωλυόμενεκωλυόμενεςκωλυόμενηκωλυόμενηςκωλυόμενοκωλυόμενοικωλυόμενοςκωλυόμενουκωλυόμενουςκωλυόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →