Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλόγερος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπροσβλητικός χαρακτηρισμός απεχθούς, ανήθικου ή και ενοχλητικού ηλικιωμένου ανθρώπου Βικιλεξικό
    • Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος.

Ετυμολογία

κωλόγερος < κώλ(ος) + -ό- + γέρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλόγεροςκωλόγεροι
Γενικήκωλόγερουκωλόγερων
Αιτιατικήκωλόγεροκωλόγερους
Κλητικήκωλόγερεκωλόγεροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →