Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλόγρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υβριστικόηλικιωμένη γυναίκα που χαρακτηρίζεται με προσβλητικό και χυδαίο τρόπο Βικιλεξικό
    • Παναγιά μου, με προσβάλλουν, με προσβάλλουν. Ε, πόσο ν' αντέξεις; άνθρωπος είσαι. Γιατί μας γλωσσοτρώς, βρε κωλόγρια; Γιατί μας γλωσσοτρώς συνέχεια; Έτσι μού 'ρθε να της δώσω μια να της χαλάσω το μούτρο. (Σωτήρης Δημητρίου, Μια Μαρίνα Τζάφου, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

κωλόγρια < κώλ(ος) + -ό- + γριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλόγριακωλόγριες
Γενικήκωλόγριας—
Αιτιατικήκωλόγριακωλόγριες
Κλητικήκωλόγριακωλόγριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →