κωλόπαιδο
•
- υβριστικόπαιδί ή νεαρός ή νεαρότερος από εμάς που χαρακτηρίζεται από κακή και συνήθως μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλόπαιδο < κωλό- + -παιδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλόπαιδο | κωλόπαιδα |
| Γενική | κωλόπαιδου | κωλόπαιδων |
| Αιτιατική | κωλόπαιδο | κωλόπαιδα |
| Κλητική | κωλόπαιδο | κωλόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →