Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλόπανο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποτιμητικός χαρακτηρισμός για οποιοδήποτε κομμάτι πανί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωλόπανο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κωλόπανον. Συγχρονικά ανλύεται σε κωλό- + παν(ί) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωλόπανοκωλόπανα
Γενικήκωλόπανουκωλόπανων
Αιτιατικήκωλόπανοκωλόπανα
Κλητικήκωλόπανοκωλόπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →